Πρότυπα
Οι πρώτες ενδείξεις προτύπων που βρέθηκαν είναι μονάδες μέτρησης βάρους και μήκους στην Αίγυπτο και στη Μεσοποταμία. Έκτοτε τα πρότυπα διάνυσαν μακρά πορεία μέχρι που, γύρω στα τέλη του 19ου αιώνα, οι ανάγκες της βιομηχανικής επανάστασης οδήγησαν στην ίδρυση των πρώτων φορέων τυποποίησης. Σήμερα ο Διεθνής Οργανισμός Τυποποίησης (ISO) ορίζει το πρότυπο ως ένα έγγραφο που δημιουργείται με συναίνεση· εγκρίνεται από έναν αναγνωρισμένο φορέα· παρέχει για κοινή και επαναλαμβανόμενη χρήση κανόνες, οδηγίες ή χαρακτηριστικά για δραστηριότητες ή τα αποτελέσματά τους· και στοχεύει στην επίτευξη του βέλτιστου βαθμού τάξης σε κάθε δεδομένο πλαίσιο.
Η ταξινόμηση των προτύπων ποικίλει. Έτσι, ανάλογα με την ελευθερία συμμόρφωσης, διακρίνονται σε προαιρετικά και υποχρεωτικά. Τα προαιρετικά, ή εθελοντικά, πρότυπα δημιουργούνται από μη κυβερνητικούς οργανισμούς, δεν έχουν νομοθετική υποστήριξη και για να είναι αποτελεσματικά πρέπει να βασίζονται σε ευρεία συναίνεση των ενδιαφερόμενων μερών. Αντιθέτως, τα υποχρεωτικά δημιουργούνται από κυβερνητικούς οργανισμούς και έχουν νομοθετική ισχύ. Τα εθελοντικά πρότυπα γίνονται ενίοτε υποχρεωτικά μέσω εθνικής ή διεθνούς νομοθεσίας. Συχνά επίσης γίνονται ατύπως υποχρεωτικά λόγω ευρύτατης εφαρμογής στην αγορά, όπως έχει συμβεί με τις διαστάσεις των τραπεζικών καρτών ή με τα συστήματα διαχείρισης ποιότητας ISO 9000.
Σε μια δεύτερη ταξινόμηση, ανάλογα με το κοινό που απευθύνονται, τα πρότυπα ποικίλουν από ιδιωτικά μέχρι διεθνή. Τα ιδιωτικά προορίζονται για εσωτερική χρήση στην εταιρεία ή στον οργανισμό που τα δημιουργεί, ενώ τα δημόσια χρησιμοποιούνται από ομάδες ατόμων ή εταιρειών ή από βιομηχανικούς τομείς. Τα εθνικά αναπτύσσονται από εθνικούς οργανισμούς τυποποίησης—όπως οι ANSI, DIN, ΕΛΟΤ—και έχουν εθνική εμβέλεια, ενώ τα διεθνή προέρχονται από διεθνείς οργανισμούς—όπως οι IEC, ISO, ITU—και έχουν διεθνή εφαρμογή.
Τέλος, ανάλογα με την ελευθερία υλοποίησης, τα πρότυπα διακρίνονται σε αποκλειστικά και ανοιχτά. Τα αποκλειστικά, ή de facto, ενώ προέρχονται από εταιρικά σχήματα που ασκούν αποκλειστικό έλεγχο, καταφέρνουν να γίνουν τόσο κυρίαρχα στην αγορά ώστε να χρησιμοποιούνται σαν να ήταν εγκεκριμένα πρότυπα, όπως έγινε με το λειτουργικό σύστημα Windows της Microsoft. Αντιθέτως τα ανοιχτά πρότυπα, ή de jure, προέρχονται από φορείς τυποποίησης και δεν εξαρτώνται από μια αποκλειστική υλοποίηση.
Τα πρότυπα, και ιδιαιτέρως τα εθελοντικά, εθνικά/διεθνή και ανοιχτά, έχουν από τη φύση τους ορισμένα πλεονεκτήματα. Ανταποκρίνονται σε υπαρκτές ανάγκες της αγοράς και δημιουργούνται με τη γενική συναίνεση όλων των ενδιαφερόμενων μερών, εξασφαλίζοντας έτσι την εκτεταμένη εφαρμογή τους. Αποτελούν μια σύνοψη άριστων πρακτικών και βασίζονται σε εδραιωμένα αποτελέσματα της επιστήμης, της τεχνολογίας και της εμπειρίας.
Τελευταία τροποποίηση: 2008-12-05